ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ: ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΦ'ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

 



Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

1ο απόσπασμα: Αριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Β1, 5-6

Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν· οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης. Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί.

 

2ο απόσπασμα: Πλάτωνος Πολιτεία 519C- 520A

Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ' ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι ἀφικέσθαι πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες ἱκανῶς ἴδωσι, μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται.

Τὸ ποῖον δή;

Τὸ αὐτοῦ, ἦν δ' ἐγώ, καταμένειν καὶ μὴ ἐθέλειν πάλιν καταβαίνειν παρ' ἐκείνους τοὺς δεσμώτας μηδὲ μετέχειν τῶν παρ' ἐκείνοις πόνων τε καὶ τιμῶν, εἴτε φαυλότεραι εἴτε σπουδαιότεραι.

Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον;

᾿Επελάθου, ἦν δ’ ἐγώ, πάλιν, ὦ φίλε, ὅτι νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει, ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι, συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως.  

 

Α1α. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη, με βάση τα δύο αποσπάσματα του διδαγμένου κειμένου (μονάδες 3),  και να τεκμηριώσετε κάθε απάντησή σας γράφοντας τις λέξεις/φράσεις του αρχαίου κειμένου που την επιβεβαιώνουν (μονάδες 3):

1.    Το στοιχείο που διαφοροποιεί την ενάρετη πολιτεία από τη φαύλη είναι η βούληση του νομοθέτη.

2.    Ο Αριστοτέλης αποφαίνεται ότι η δημιουργία και η φθορά των αρετών οφείλονται σε διαφορετικά αίτια.

3. Ο Γλαύκων συμφωνεί με τον Σωκράτη ως προς την αναγκαιότητα να εξαναγκαστούν οι φιλόσοφοι να επιστρέψουν στο σπήλαιο.

(μονάδες 6)

 

Α1.β. «καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης»: Σε τι αναφέρεται ο Αριστοτέλης με την αντωνυμία «τούτῳ»;

(μονάδες 4)

Μονάδες 10

 

Β1. Ποιο είναι το χρέος των «βελτίστων φύσεων», σύμφωνα με τον Σωκράτη (2ο απόσπασμα) και με ποιους ρηματικούς τύπους αποδίδεται;

Μονάδες 10

 

Β2. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Πλάτωνος Πρωταγόρας 326D-E (μετάφραση Ε. Πατρικίου)

Στο ακόλουθο απόσπασμα ο σοφιστής Πρωταγόρας, στον διάλογό του με τον Σωκράτη, σκιαγραφεί το τελευταίο στάδιο τού εκπαιδευτικού συστήματος τής σύγχρονής τους Αθήνας.

 

«Και όταν πια φύγουν αυτοί [δηλ. οι νέοι άνδρες] από τους δασκάλους, η πόλη, με τη σειρά της, τους αναγκάζει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυ­τούς, ώστε να μην ενεργούν από μόνοι τους και όπως νομίζουν οι ίδιοι [...]. Έτσι, και η πόλη, υπογραμμίζοντας τους νόμους, αυτά τα επινοήματα των καλών, πα­λαιῶν νομοθετῶν, αναγκάζει και όσους ασκούν ένα αξίωμα και όσους άρχονται να συμμορφώνονται με αυτούς. Εκείνος δε ο οποίος τους παραβαίνει, υφίσταται κυρώ­σεις και οι κυρώσεις αυτές ονομάζονται, και σε σας εδώ [δηλ. στην Αθήνα] και σε πολλά άλλα μέρη, εὐθύνες, λες και η δικαιοσύνη ξαναβάζει [τον παραβάτη] στην ευ­θεία. Ενώ λοιπόν είναι τόσο μεγάλη η προσπάθεια που καταβάλλεται για την αρετή και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο, εσύ Σωκράτη εκπλήττεσαι και απορείς αν η αρετή είναι διδακτή; Το εκπληκτικό όμως θα ήταν μάλλον το να μην μπορεί να διδαχθεί η αρετή.»

 

Να συγκρίνετε τη λειτουργία τού νόμου όπως παρουσιάζεται στα  πρωτότυπα αποσπάσματα και στο δοθέν μεταφρασμένο απόσπασμα τού Πρωταγόρα.

Μονάδες 10

 

Β3. Να συμπληρώσετε το κενό στις παρακάτω προτάσεις με ομόρριζα, απλά ή σύνθετα, των λέξεων με έντονη γραφή:

α. φθείρεται: Η δωροδοκία, η απάτη και ο εκβιασμός αποτελούν διάφορες μορφές ………………. σε μια κοινωνία.

β. Ἀνάλογον: Ήθελα πολύ να τον παρηγορήσω, αλλά δεν έβρισκα τις κατάλληλες …………………….

γ. ἀφικέσθαι: Η Θέτιδα, για να ευχαριστήσει τον Αχιλλέα, …………… τον Δία να ευνοήσει τους Τρώες στις μάχες τους εναντίον των Αχαιών.

δ. μετέχειν: Πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες οι ελληνικές πόλεις έκαναν………….., δηλαδή έπαυαν τις μεταξύ τους εχθροπραξίες.

ε. ἀφιῇ: Τα τεχνολογικά επιτεύγματα τού 21ου αιώνα έχουν κάνει την καθημερινή μας ζωή πιο ……………

Μονάδες 10

 

Β4. Σε καθεμιά από τις παρακάτω θέσεις να αντιστοιχίσετε την ορθή απάντηση, γράφοντας στο τετράδιό σας τον αριθμό κάθε ερώτησης και δίπλα το αντίστοιχο γράμμα.

1. Οι φύλακες-παντελείς

α. είχαν στρατιωτικά και διοικητικά καθήκοντα

β. συντηρούσαν τις άλλες δύο τάξεις

γ. φρόντιζαν για την ευδαιμονία της πόλης.

2. Το τρίτο στάδιο της αγωγής των φυλάκων περιλάμβανε

α. γεωμετρία και φιλοσοφία.

β. θέαση του Αγαθού

γ. γεωμετρία και διαλεκτική

3. Η αλληγορία του πλοίου:

α. αφορμάται από την πολιτική κατάσταση στη Σικελία

β. εξαίρει τον ρόλο των δημιουργών.

γ. υποστηρίζει ότι η πόλη μπορεί να διοικηθεί ορθά μόνο αν φιλοσοφήσουν οι άρχοντες

4. Την αρμονία στην ιδεώδη πολιτεία διασφαλίζει:

α. σοφία

β. δικαιοσύνη

γ. ανδρεία

5. Ο χρόνος συγγραφής τής Πολιτείας

α. τοποθετείται ύστερα από διάφορες απογοητευτικές εμπειρίες τού Πλάτωνα

β. είναι πριν από τον δραματικό της χρόνο

γ. συνέβη κατά την πρώτη δεκαετία μετά τον θάνατο τού Σωκράτη.

Μονάδες 10

Γ. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ισοκράτους, Περὶ Ἀντιδόσεως, 291-294

Ο Ισοκράτης υπερασπίζει την έφεση των νέων προς τη ρητορική τέχνη και προκρίνει την αξία τής διδασκαλίας της έναντι τής φυσικής ευγλωττίας.

Θαυμάζω δ’ ὅσοι τοὺς μὲν φύσει δεινοὺς ὄντας εἰπεῖν εὐδαιμονίζουσιν ὡς ἀγαθοῦ καὶ καλοῦ πράγματος αὐτοῖς συμβεβηκότος, τοὺς δὲ τοιούτους γενέσθαι βουλομένους λοιδοροῦσιν ὡς ἀδίκου καὶ κακοῦ παιδεύματος ἐπιθυμοῦντας. καίτοι τί τῶν φύσει καλῶν ὄντων μελέτῃ κατεργασθὲν αἰσχρὸν ἢ κακόν ἐστιν; οὐδὲν γὰρ εὑρήσομεν τοιοῦτον, ἀλλ’ ἔν γε τοῖς ἄλλοις ἐπαινοῦμεν τοὺς ταῖς φιλοπονίαις ταῖς αὑτῶν ἀγαθόν τι κτήσασθαι δυνηθέντας μᾶλλον ἢ τοὺς παρὰ τῶν προγόνων παραλαβόντας, εἰκότως· συμφέρει γὰρ ἐπί τε τῶν ἄλλων ἁπάντων, καὶ μάλιστ’ ἐπὶ τῶν λόγων, μὴ τὰς εὐτυχίας ἀλλὰ τὰς ἐπιμελείας εὐδοκιμεῖν. οἱ μὲν γὰρ φύσει καὶ τύχῃ δεινοὶ γενόμενοι λέγειν οὐ πρὸς τὸ βέλτιστον ἀποβλέπουσιν, ἀλλ’ ὅπως ἂν τύχωσιν, οὕτω χρῆσθαι τοῖς λόγοις εἰώθασιν· οἱ δὲ φιλοσοφίᾳ καὶ λογισμῷ τὴν δύναμιν ταύτην λαβόντες, οὐδὲν ἀσκέπτως λέγοντες, ἧττον περὶ τὰς πράξεις πλημμελοῦσιν. Ὥσθ’ ἅπασι μὲν βούλεσθαι προσήκει πολλοὺς εἶναι τοὺς ἐκ παιδείας δεινοὺς εἰπεῖν γιγνομένους, μάλιστα δ’ ὑμῖν· καὶ γὰρ αὐτοὶ προέχετε καὶ διαφέρετε τῶν ἄλλων οὐ ταῖς περὶ τὸν πόλεμον ἐπιμελείαις, οὐδ’ ὅτι κάλλιστα πολιτεύεσθε καὶ μάλιστα φυλάττετε τοὺς νόμους οὓς ὑμῖν οἱ πρόγονοι κατέλιπον, ἀλλὰ τούτοις οἷς περ ἡ φύσις ἡ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἄλλων ζῴων, καὶ τὸ γένος τὸ τῶν Ἑλλήνων τῶν βαρβάρων, τῷ καὶ πρὸς τὴν φρόνησιν καὶ πρὸς τοὺς λόγους ἄμεινον πεπαιδεῦσθαι τῶν ἄλλων.

Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του παρακάτω αποσπάσματος: «Ὥσθ’ ἅπασι μὲν … πεπαιδεῦσθαι τῶν ἄλλων.»

Μονάδες 20

 

Γ2. Με ποια επιχειρήματα προσπαθεί ο ρήτορας να απόδείξει ότι η ρητορική δεινότητα που αποκτήθηκε με διδασκαλία είναι καλύτερη από το έμφυτο χάρισμα στον λόγο;

Μονάδες 10

Γ3.α. «καίτοι τί τῶν φύσει καλῶν ὄντων μελέτῃ κατεργασθὲν αἰσχρὸν ἢ κακόν ἐστιν»: Να εντοπίσετε τα επίθετα τού αποσπάσματος και να τα μεταφέρετε στον αντίστοιχο τύπο τού υπερθετικού βαθμού (μονάδες 3)

 

Γ3.β. Nα γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθεμία από τις παρακάτω λέξεις:

εἰπεῖν:          το β’ ενικό προστακτικής ίδιου χρόνου και φωνής

συμβεβηκότος:    το γ’ ενικό ευκτικής αορίστου β’ ίδιας φωνής

διαφέρετε:            ο ίδιος τύπος στον μέλλοντα

χρῆσθαι:               το γ’ ενικό υποτακτικής ίδιου χρόνου

πράξεις:                η δοτική πληθυντικού

ὑμῖν:             η ίδια πτώση στον άλλο αριθμό στο γ΄ πρόσωπο

φυλάττετε:   το γ’ πληθυντικό οριστικής παρακειμένου μέσης φωνής

                                                                                    (μονάδες 6)

Μονάδες 10

Γ4.α. Να χαρακτηρίσετε πλήρως συντακτικά τους όρους που εμφανίζονται στο αδίδακτο κείμενο με έντονα γράμματα: εἰπεῖν, ἐπιθυμοῦντας, ἁπάντων, τοῖς λόγοις, ὑμῖν.

(μονάδες 5)

 

Γ4.β. ἀλλ’ ἔν γε τοῖς ἄλλοις ἐπαινοῦμεν τοὺς ταῖς φιλοπονίαις ταῖς αὑτῶν ἀγαθόν τι κτήσασθαι δυνηθέντας μᾶλλον ἢ τοὺς παρὰ τῶν προγόνων παραλαβόντας, εἰκότως: να εντοπίσετε στο απόσπασμα τα μέλη τής σύγκρισης: συγκριτική λέξη (1 μονάδα), τον α’ και β’ όρο σύγκρισης (2 μονάδες) και να μετατρέψετε τον β’ όρο σύγκρισης στην ισοδύναμη εκφορά του (2 μονάδες).

Μονάδες 10

 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Α1α.

1. Λάθος: καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης.

2. Λάθος: Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται.

3. Λάθος: Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον;

 

Α1.β. Με την αντωνυμία «τούτῳ» ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην επιτυχία ή αποτυ­χία των νομοθετών να εθίσουν τους πολίτες στην ηθική αρετή.

 

Β1. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι οι εξαιρετικές φύσεις («τὰς βελτίστας φὐσεις»), δηλαδή όσοι διαθέτουν καλή σωματική διάπλαση και οξύνοια, είναι οι πλέον κατάλληλοι για την άσκηση της εξουσίας. Φύσις είναι αυτό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατασκευάσει ο ίδιος, αλλά το βρίσκει να προϋπάρχει. Μπορεί βέβαια με την τέχνη να το συμπληρώσει, αλλά δεν είναι σε θέση να το αλλάξει ουσιωδώς. Φύσις επομένως, σε σχέση με τον άνθρωπο είναι τα χαρίσματα και τα ελαττώματα που έχει ως κτήμα του. Για τον Πλάτωνα η φύση παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκλογή του άριστου βίου. Ο Σωκράτης αφού απέρριψε δυο κατηγορίες ανθρώπων ακατάλληλους για την ανάληψη και την άσκηση εξουσίας (απαίδευτοι –όσοι αντιμετωπίζουν την παιδεία ως αυτοσκοπό), προβάλλει έμμεσα την άποψη ότι το χρέος των φιλοσόφων είναι διπλό: η γνώση (ἀνάβασις) και η πράξη (κατάβασις) (Ἡμέτρον δὴ ἔργον … εἴτε σπουδαιότεραι).

Πολύ συχνά στον Πλάτωνα λέξεις που σημαίνουν το ἄνω και την ανάβαση χρησιμοποιούνται μεταφορικά για την παιδεία και τα αγαθά που προσφέρει. Είναι χαρακτηριστικό το ετυμολογικό σχήμα - παρονομασία που χρησιμοποιείται στο κείμενο, για να δοθεί έμφαση στις έννοιες αυτές: «ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες». Το ουσιαστικό νάβασις, όπως και το αντίστοιχο ρήμα, χρησιμοποιείται συμβολικά από τον Πλάτωνα, για να δείξει την πορεία του ανθρώπου προς τη γνώση και την προσέγγιση (θέαση) του Αγαθού. Πρόκειται για μια πορεία ανηφορική· απαιτεί χρόνο και μόχθο. Αντιστοίχως μακρόχρονη και κοπιώδης περιγράφεται στην Πολιτεία η εκπαίδευση των ἐν παιδείᾳ πολιτῶν και μελλοντικών φυλάκων.

Το ουσιαστικό κατάβασις, όπως και το αντίστοιχο ρήμα, χρησιμοποιείται συμβολικά (Τὸ αὐτοῦ, ἦν δ' ἐγώ, καταμένειν καὶ μὴ ἐθέλειν πάλιν καταβαίνειν παρ' ἐκείνους τοὺς δεσμώτας)· δείχνει μια πορεία επιστροφής: από τη θεωρητική ενασχόληση με σχετικώς αφηρημένα αντικείμενα, όπως τα μαθηματικά και η διαλεκτική, στην πρακτική αντιμετώπιση προβλημάτων της καθημερινής ζωής μέσα στην πόλη. Οι φύλακες, οι πεπαιδευμένοι, οφείλουν να κατεβούν στο σπήλαιο, δηλαδή στην πρακτική πολιτική και από ηγετική θέση να προσφέρουν στο σύνολο των πολιτών όσα έμαθαν και είδαν στην πορεία τους προς το Αγαθό. Ειδικότερα, οι φύλακες θα πρέπει, όταν φτάσουν στην ηλικία των 35 ετών, να άρχουν στον πόλεμο και να αναλαμβάνουν αξιώματα που αρ­μόζουν σε νέους.  Όταν γίνουν 50 ετών, τότε πια μπορούν να μοιράζουν τον χρόνο τους ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην άσκηση της εξουσίας.  Όταν θα έχουν εκπαι­δεύσει τους διαδόχους τους, θα είναι έτοιμοι πια να φύγουν από τη ζωή και να κατοι­κήσουν στις νήσους των Μακάρων.

 

Β2. Στο παράλληλο κείμενο ο σοφιστής Πρωταγόρας εκθέτει την παιδευτική σημασία των νόμων για τους ενήλικες Αθηναίους. Στο πρώτο απόσπασμα από τα Ηθικά Νικομάχεια ο Σταγειρίτης μεταφέρεται στον χώρο της πολιτικής προσκομίζοντας τώρα ένα επιχείρημα που αφορά στο έργο των νομοθετών. Παρόμοια, ο Σωκράτης στο δοθέν απόσπασμα από την Πολιτεία  (᾿Επελάθου, ἦν δ’ ἐγώ, …ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως) εκθέτει την κοινωνιοκεντρική του αντίληψη ως προς τη νομικά κατοχυρωμένη ευδαιμονία τού συνόλου. Μέσα από διακειμενική θεώρηση των τριών αποσπασμάτων είναι δυνατό να ανευρεθούν ομοιότητες ως προς τη λειτουργία τού νόμου.

Καταρχάς, γίνεται φανερό ότι και στις τρεις περιπτώσεις ο νόμος έχει παιδευτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στο 1ο απόσπασμα, βασικός στόχος και επιδίωξή των νομοθετών είναι να κάνουν τους πολίτες να αποκτήσουν την ηθική αρετή μέσω του εθισμού σε ανάλογες πράξεις και συμπεριφορές («οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς»)· αυτή είναι η πρόθεση τους, στο γενικό πλαίσιο της επιδίωξης του καλού των πολιτών («καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν»). Στην Πολιτεία (2ο απόσπασμα) ο προσωποποιημένος νόμος καλλιεργεί κοινωνικό ήθος στους πολίτες, καθώς διαπλάθει τον χαρακτήρα και τον τρόπο συμπεριφοράς των πολιτών ( «καὶ αὐτὸς ἔμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ... ἐπί τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως»).  Έτσι και στον Πρωταγόρα ο νόμος αποτελεί ένα από τα μέσα τής πόλης για την καλλιέργεια τής πολιτικής αρετής  («Ενώ λοιπόν είναι τόσο μεγάλη η προσπάθεια ... είναι διδακτή;»).

Για να επιτύχει τον παιδαγωγικό του ρόλο ο νόμος περιορίζει την ασυδοσία των πολιτών (Πολιτεία: «οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται», Πρωταγόρας: «ώστε να μην ενεργούν από μόνοι τους και όπως νομίζουν οι ίδιοι») εξασφαλίζοντας την κοινωνική αρμονία («Πολιτεία: «συναρμόττων τοὺς πολίτας», «ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως») και συνοχή (Πρωταγόρας: «η δικαιοσύνη ξαναβάζει τον παραβάτη στην ευθεία»). Άλλωστε, ο Σωκράτης στην Πολιτεία προβάλλει το γενικό καλό της πολιτικά οργανωμένης κοινότητας ως αγαθό επιβαλλόμενο από τον Νόμο. Είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις τού κειμένου ἐν ὅλῃ τῇ πόλει (καθολική διατύπωση), συναρμόττων τοὺς πολίτας (πρόθεση σύν ως πρώτο συνθετικό), μεταδιδόναιλλήλοις τῆςφελας (χρήση τής αλληλοπαθητικής αντωνυμίας), τὸ κοινόν (καθολική διατύπωση), ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως (πρόθεση σύν ως πρώτο συνθετικό). Όλες αυτές οι εκφράσεις τονίζουν εμφατικά μια θεμελιακή ιδέα της πλατωνικής Πολιτείας: Η πόλη αποτελεί ένα οργανικό σύνολο, έναν οργανισμό που προϋποθέτει τη συνύπαρξη και συλλειτουργία των μελών του.  Μέλη της πολιτείας είναι οι πολίτες· εφόσον η πόλη επιδιώκει τη συλλογική ευτυχία, θεωρείται αναγκαίο να υπάρχουν μεταξύ των πολιτών ισχυροί δεσμοί. Η μη διάσπαση του κοινωνικού ιστού αλλά και η ισχύς του αποτελούν για τον Πλάτωνα ύψιστο ζητούμενο. Στον μύθο του Πρωταγόρα (6η Διδακτική Ενότητα) το δώρο του Δία στους ανθρώπους, με το οποίο τους δόθηκε ως δυνατότητα η πολιτική αρετή, ήταν η αἰδὼς και η δίκη, για να λειτουργήσουν ως πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί.

Τέλος, ο νόμος επιβάλλεται δίκαια σε όλους χωρίς εξαιρέσεις (Πολιτεία: «ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει...»), αφού απευθύνεται και στους άρχοντες και στους αρχόμενους (Πρωταγόρας: «αναγκάζει και όσους ασκούν ένα αξίωμα και όσους άρχονται να συμμορφώνονται με αυτούς»). Μάλιστα, επιβάλλει ποινές σε όσους δεν συμμορφώνονται με αυτόν με σκοπό τη διασφάλιση τής δικαιοσύνης. Στην Πολιτεία τα μέσα τού νόμου δηλώνονται με τη φράση «πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ». Εξάλλου ο άριστος νομοθέτης, κατά τον Πλάτωνα («Νόμοι»), συνδυάζει την πειθώ με τη βία (ἀνάγκη), η οποία αφορά στον ἄπειρον παιδείας ὄχλον.  Παρόμοια, στον Πρωταγόρα ο καταναγκασμός εφαρμόζεται ως μέθοδος συμμόρφωσης στους νόμους  («τους αναγκάζει να μάθουν τους νόμους») και οι ποινές επιβάλλονται σε όσους απειθούν προς αυτούς («Εκείνος δε ο οποίος τους παραβαίνει ... στην ευθεία»).

Συνολικά, ο νόμος και στις δύο περιπτώσεις εξαίρεται για την κοινωνική και παιδευτική του λειτουργία. Η σύγκριση των δύο αποσπασμάτων επιβεβαιώνει την πάγια αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ότι ο νόμος δεν αποβλέπει απλώς στην αποτροπή και τιμωρία των παραβατικών συμπεριφορών, αλλά παιδαγωγεί διά βίου τους πολίτες και τους οδηγεί σε επαινετές συμπεριφορές. Αυτή είναι και η θέση του Αριστοτέλη: ὁ νομοθέτης οὐκ ἐᾷ τὰ φαῦλα πράττειν, τὰ δὲ καλὰ καὶ σπουδαῖα κελεύει (Ἠθικὰ Μεγάλα, 1.9.9.2­3, 1187a14­15).  Με αυτό τον τρόπο ο νόμος λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας ενότητας και συνοχής μέσα στην κοινωνία.

 

Β3.

α. διαφθοράς

β. λέξεις

γ. ικέτευσε

δ. εκεχειρία

ε. άνετη

 

Β4.

1: γ

2: β

3: γ

4: β

5: α

 

Γ1. Επομένως, σε όλους γενικώς αρμόζει να θέλουν να είναι πολλοί όσοι γίνονται ικανοί ρήτορες μέσω τής παιδείας, και προπάντων αυτό (αρμόζει) σε σας· πράγματι, εσείς υπερέχετε και ξεχωρίζετε από τους άλλους όχι ως προς την ικανότητα στον πόλεμο, ούτε επειδή πολιτεύεστε κάλλιστα και με ιδιαίτερη φροντίδα προστατεύετε τους νόμους που οι πρόγονοι άφησαν σε εσάς, αλλά ως προς αυτά στα οποία η φύση των ανθρώπων διαφέρει από την φύση των άλλων ζώων και η ελληνική φυλή από τους βαρβάρους. Δηλαδή, ως προς το ότι έχετε εκπαιδευτεί για τη φρόνηση και τους λόγους καλύτερα από τους άλλους.

 

Γ2. Ο Ισοκράτης στο δοθέν απόσπασμα τονίζει την αξία τής διδασκαλίας τής ρητορικής. Με τη χρήση ερωτήματος υποστηρίζει ότι κάθετι που από τη φύση είναι καλό, δεν μπορεί να μεταστραφεί σε κακό ή ντροπιαστικό μέσω της μελέτης («καίτοι τί τῶν φύσει καλῶν ὄντων μελέτῃ κατεργασθὲν αἰσχρὸν ἢ κακόν ἐστιν; οὐδὲν γὰρ εὑρήσομεν τοιοῦτον»). Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι, όπως σε κάθε θέμα αναγνωρίζεται περισσότερο η αξία τού προσωπικού επιτεύγματος παρά η κληρονομημένη έμφυτη ικανότητα, το ίδιο ισχύει προπάντων στη ρητορική δεινότητα («ἀλλ’ ἔν γε τοῖς ἄλλοις ἐπαινοῦμεν … ἀλλὰ τὰς ἐπιμελείας εὐδοκιμεῖν»). Εξάλλου, όσοι έχουν έμφυτο το χάρισμα τού λόγου ή το απέκτησαν τυχαία, δεν το χρησιμοποιούν για καλό σκοπό, αλλά όπως τύχει («οἱ μὲν γὰρ φύσει καὶ τύχῃ … χρῆσθαι τοῖς λόγοις εἰώθασιν·») Αντίθετα, όσοι κατόπιν ώριμης σκέψης και διανοητικής επεξεργασίας κατέκτησαν τη ρητορική τέχνη, δεν αστοχούν στην εφαρμογή της («οἱ δὲ φιλοσοφίᾳ καὶ λογισμῷ τὴν δύναμιν ταύτην λαβόντες, οὐδὲν ἀσκέπτως λέγοντες, ἧττον περὶ τὰς πράξεις πλημμελοῦσιν»). Επομένως, η φρόνηση μέσω της κατάλληλης παιδείας είναι το πλεονέκτημα των ικανών ρητόρων και των ανθρώπων εν γένει.

 

Γ3.α. καλῶν: καλλίστων

αἰσχρὸν: αἴσχιστον

κακόν: κάκιστον / χείριστον

 

Γ3.β.

εἰπεῖν:                       εἰπέ

συμβεβηκότος:      συμβαίη

διαφέρετε:              διοίσετε

χρῆσθαι:                  χρῆται

πράξεις:                    πράξεσι(ν)

ὑμῖν:                          οἷ, οἱ

φυλάττετε:              πεφυλαγμένοι, -αι, -α εἰσί(ν)

                                                                                   

Γ4.α.

εἰπεῖν: απαρέμφατο τής αναφοράς στο επίθετο «δεινούς», ετεροπροσωπία

ἐπιθυμοῦντας: επιρρηματική αιτιολογική μετοχή, υποκειμενικής αιτιολογίας (λόγω τού μορίου ὡς), συνημμένη στο αντικείμενο «τοὺς βουλομένους», λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός τής αιτίας στο ρήμα «λοιδοροῦσιν».

ἁπάντων: ονοματικός ομοιόπτωτος κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «τῶν ἄλλων»

τοῖς λόγοις: αντικείμενο στο απαρέμφατο «χρῆσθαι»

ὑμῖν: δοτική προσωπική από το απρόσωπο «προσήκει»· σε αιτιατική (ὑμᾶς) δίνει το υποκείμενο τού απαρεμφάτου «βούλεσθαι».

 

Γ4.β.

·       συγκριτική λέξη: μᾶλλον

·       τον α’ όρος σύγκρισης: τοὺς δυνηθέντας  

·       β’ όρος σύγκρισης:  ἢ τοὺς παραλαβόντας

· ισοδύναμη εκφορά του β’ όρου σύγκρισης: τῶν παραλαβόντων (γενική συγκριτική)



ΕΕπιμέλεια: Χαρίδημος Ξενικάκης