ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ: ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ

 




Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ ΟΜΑΔΑ ΠΡΟΣ/ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

Α. Διδαγμένο κείμενο

 

1Ο  απόσπασμα: Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια Β 1, 1-2

∆ιττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου, ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη. Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.

 

2ο απόσπασμα: Αριστοτέλους Πολιτικά Α 2 15-16

Φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν [: την πόλιν]· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος. Ὥσπερ γὰρ καὶ τελεωθεὶς βέλτιστον τῶν ζῴων ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων. Χαλεπωτάτη γὰρ ἀδικία ἔχουσα ὅπλα· ὁ δὲ ἄνθρωπος ὅπλα ἔχων φύεται φρονήσει καὶ ἀρετῇ, οἷς ἐπὶ τἀναντία ἔστι χρῆσθαι μάλιστα. Διὸ ἀνοσιώτατον καὶ ἀγριώτατον ἄνευ ἀρετῆς, καὶ πρὸς ἀφροδίσια καὶ ἐδωδὴν χείριστον. Ἡ δὲ δικαιοσύνη πολιτικόν· ἡ γὰρ δίκη πολιτικῆς κοινωνίας τάξις ἐστίν, ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ δικαίου κρίσις.

 

Α1α. Να συμπληρώσετε τις ακόλουθες προτάσεις με την κατάλληλη λέξη ή φράση από το πρωτότυπο κείμενο, ώστε να ολοκληρώνεται σωστά το νόημα κάθε περιόδου (μονάδες 4).

                  i.          Είναι απαραίτητη η συνδρομή τής διδασκαλίας για την ανάπτυξη τής …………….. αρετής.

               ii.           Ο ……………… δεν είναι δυνατόν να συνηθίσει να κινείται προς τα πάνω.

             iii.          Η ……………….. αρετή είναι αποτέλεσμα εθισμού.

             iv.           Η δικαιοσύνη συγκρατεί την τάξη τής ………………….

 

Α1.β. Να αντιστοιχίσετε τις φράσεις της Στήλης Α με τον χαρακτηρισμό που τους αποδίδεται στη Στήλη Β. (Ένα στοιχείο της Στήλης Β περισσεύει).

Στήλη Α

Στήλη Β

α. ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται

1. αναλογία

2. παράδειγμα

3. ετυμολογικό σχήμα

4. αντίθεση

β. οἷον ὁ λίθος … οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι

γ. Ὥσπερ γὰρ καὶ τελεωθεὶς βέλτιστον τῶν ζῴων ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων.

(μονάδες 6)

Μονάδες 10

 

Β1. Ποια σχέση έχει η αρετή με τη ανθρώπινη φύση (μονάδες 5) και τελειότητα (μονάδες 5). Στην απάντησή σας να λάβετε υπ’ όψιν και τα δύο κείμενα αναφοράς.

Μονάδες 10

 

Β2. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ : Σοφοκλέους Αντιγόνη, 353-374, μτφρ. Κ. Χ. Μύρης

Το παρακάτω απόσπασμα από το Α’ Στάσιμο τής Αντιγόνης εξαίρει τα ανθρώπινα επιτεύγματα.

 

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά,

τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων,

την όρεξη να ζει σε πολιτείες·

πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ' αγιάζι,

την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο,

ο πολυμήχανος· αμήχανος δε θ' αντικρίσει

τα μελλούμενα· το χάρο μόνο

να ξεφύγει δεν μπορεί·

μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές

σ' αγιάτρευτες αρρώστιες. 

                     

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε

που δεν τις βάζει ο νους,

κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει·

όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο

και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός,

πολίτης· αλήτης και φυγάς,

όποιος κλωσάει τ' άδικο, μακάρι και μ' αποκοτιά,

ποτέ σε τράπεζα κοινή

ποτέ μου βούληση κοινή

με κείνον που τέτοια τολμάει.

 

Ποιες απόψεις εκθέτει ο χορός για τη σχέση τού ατόμου με την πόλη; Να εντοπίσετε δύο (2) ομοιότητες με τις αντίστοιχες θέσεις τού Αριστοτέλη στο 2ο διδαγμένο απόσπασμα.

Μονάδες 10

 

Β3. Να συμπληρώσετε τις παρακάτω περιόδους λόγου με ουσιαστικά ετυμολογικά συγγενή (απλά ή σύνθετα) τής λέξης «πῦρ» ώστε να ολοκληρωθεί σωστά το νόημά τους:

α. Γράφει ...................... άρθρα στην εφημερίδα του κατά της γραφειοκρατίας, του νεποτισμού και της αναξιοκρατίας.

β. Tα υλικά από τα οποία κατασκευάστηκαν οι μηχανές είναι ......................., για να αντέχουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες.

γ. H φωτιά στη διπλανή πολυκατοικία προκλήθηκε από την ...................... ενός μικρού μαθητή, που συνήθιζε να παίζει με τα σπίρτα.

δ. Επειδή ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής ξέσπασε έντονη διαμάχη, ο πρόεδρος αναγκάστηκε να αναλάβει ...................... ρόλο.

ε. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου συνήθως όλα τα κόμματα χρησιμοποιούν φραστικά......................, για να εντυπωσιάσουν και να κερδίσουν την εύνοια του λαού.

Μονάδες 10

 

Β4. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη.

α. Ο μηνυτής τού Σωκράτη ήταν ο Μέλητος, ένας πλούσιος βυρσοδέψης.

β. Ο Ησίοδος στη Θεογονία του ασχολείται με τη δημιουργία των θεών.

γ.  Ο Πρωταγόρας είναι ένας στοχαστής με έντονους «κοινωνιολογικούς» προβληματισμούς.

δ. Ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε τον μύθο ως αυτόνομη μέθοδο, ισοδύναμη με άλλες, για να οδηγηθεί κανείς στην αλήθεια.

ε. Ο Ηράκλειτος συνέδεε την ευδαιμονία με το ήθος τού ανθρώπου.

Μονάδες 10

 

Γ. Αδίδακτο Κείμενο

Λυσίας, Δήμου καταλύσεως ἀπολογία, 21-23

Στον λόγο του «Δήμου καταλύσεως ἀπολογία», ο ρήτορας προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν  συνεργάστηκε με τους Τριάκοντα, αν και παρέμεινε στην Αθήνα  κατά την περίοδο της τυραννίας τους.

 

Ἐνθυμηθῆναι δὲ χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ τῶν ἐπὶ τῶν τριάκοντα γεγενημένων, ἵνα τὰ τῶν ἐχθρῶν ἁμαρτήματα ἄμεινον ὑμᾶς ποιήσῃ περὶ τῶν ὑμετέρων αὐτῶν βουλεύσασθαι. Ὅτε μὲν γὰρ ἀκούοιτε τοὺς ἐν ἄστει τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν, μικρὰς <τὰς> ἐλπίδας εἴχετε τῆς καθόδου, ἡγούμενοι τὴν ἡμετέραν ὁμόνοιαν μέγιστον κακὸν εἶναι τῇ ὑμετέρᾳ φυγῇ· ἐπειδὴ δὲ ἐπυνθάνεσθε τοὺς μὲν τρισχιλίους στασιάζοντας, τοὺς ἄλλους δὲ πολίτας ἐκ τοῦ ἄστεως ἐκκεκηρυγμένους, τοὺς δὲ τριάκοντα μὴ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντας, πλείους δ' ὄντας τοὺς ὑπὲρ ὑμῶν δεδιότας ἢ τοὺς ὑμῖν πολεμοῦντας, τὸτ’ ἤδη καὶ κατιέναι προσεδοκᾶτε καὶ παρὰ τῶν ἐχθρῶν λήψεσθαι δίκην. ταῦτα γὰρ τοῖς θεοῖς ηὔχεσθε, ἅπερ ἐκείνους ἑωρᾶτε ποιοῦντας, ἡγούμενοι διὰ τὴν τῶν τριάκοντα πονηρίαν πολὺ μᾶλλον σωθήσεσθαι ἢ διὰ τὴν τῶν φευγόντων δύναμιν κατιέναι.  χρὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τοῖς πρότερον γεγενημένοις παραδείγμασι χρωμένους βουλεύεσθαι περὶ τῶν μελλόντων ἔσεσθαι, καὶ τούτους ἡγεῖσθαι δημοτικωτάτους, οἵτινες ὁμονοεῖν ὑμᾶς βουλόμενοι τοῖς ὅρκοις καὶ ταῖς συνθήκαις ἐμμένουσι, νομίζοντες καὶ τῆς πόλεως ταύτην ἱκανωτάτην εἶναι σωτηρίαν καὶ τῶν ἐχθρῶν μεγίστην τιμωρίαν: οὐδὲν γὰρ ἂν εἴη αὐτοῖς χαλεπώτερον τούτων, ἢ πυνθάνεσθαι μὲν ἡμᾶς μετέχοντας τῶν πραγμάτων. 

…………………………

κάθοδος (ἡ) = επιστροφή (από την εξορία στην πατρίδα)

φυγή (ἡ) = εξορία

ἐκκηρύττ(σσ)ω = εξορίζω με προκήρυξη

κατέρχομαι = επιστρέφω από την εξορία

δημοτικωτάτους < δημοτικός =δημοκρατικός

 

Γ1. Να μεταφραστεί το απόσπασμα «Ἐνθυμηθῆναι δὲ χρή, … ἐχθρῶν λήψεσθαι δίκην.». 

Μονάδες 20

 

Γ2. Ποια προτροπή διατυπώνει ο ρήτορας στο χωρίο «χρὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, … μετέχοντας τῶν πραγμάτων» και πώς την αιτιολογεί;

Μονάδες 10

 

Γ3. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου.

γεγενημένων: το β’ενικό προστακτικής αορίστου β’

ἀκούοιτε: ο ίδιος τύπος στον παρακείμενο

ἐπυνθάνεσθε: ο ίδιος τύπος στον μέλλοντα

ἐκκεκηρυγμένους: το γ’ ενικό προστακτικής ίδιου χρόνου και ίδιας φωνής

προσεδοκᾶτε: το ίδιο πρόσωπο ευκτικής ενεστώτα στην ίδια φωνή

ἄμεινον: ο αντίστοιχος τύπος στον θετικό βαθμό

ἄστει: η αιτιατική πληθυντικού

μικράς: ο ίδιος τύπος στον συγκριτικό βαθμό

τὴν ἡμετέραν: ο ίδιος τύπος για ένα κτήτορα

πλείους: η ίδια πτώση στον άλλο αριθμό

Μονάδες 10

 

Γ4α.  Να αναγνωριστούν συντακτικά οι ακόλουθες λέξεις τού κειμένου: αὐτῶν, ἔχειν, κακὸν, ὑμῖν, ποιοῦντας, τῶν ἐχθρῶν.

(Μονάδες 6)

 

Γ4β. ἢ τοὺς πολεμοῦντας: να αναγνωριστεί συντακτικά (1 μονάδα) και να γραφεί η ισοδύναμη έκφραση (1 μονάδα).

(Μονάδες 2)

 

Γ4γ. Ὅτε μὲν γὰρ ἀκούοιτε τοὺς ἐν ἄστει τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν, μικρὰς <τὰς> ἐλπίδας εἴχετε τῆς καθόδου, ἡγούμενοι τὴν ἡμετέραν ὁμόνοιαν μέγιστον κακὸν εἶναι τῇ ὑμετέρᾳ φυγῇ: να αναγνωρίσετε το είδος τού υποθετικού λόγου που λανθάνει στο απόσπασμα (μονάδα 1) και να αιτιολογήσετε την απάντησή σας (μονάδα 1). (Μονάδες 2)

Μονάδες 10

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Α1α.

                  i.          διανοητικῆς

               ii.           λίθος

             iii.          ἠθικὴ

             iv.           πολιτικῆς κοινωνίας

 

Α1.β.          α. 3

β. 2

γ. 4

 

Β1. Τόσο στην αρχή τού Β’ βιβλίου των Ἠθικῶν Νικομαχείων όσο και στο δοθέν απόσπασμα των Πολιτικῶν, ο Αριστοτέλης εξετάζει την ηθική αρετή και τη σχέση με την ανθρώπινη φύση. Οι ἠθικαὶ ἀρεταί είναι οι λειτουργίες και ικανότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης, της δυνατότητας του ανθρώπου να κατανοεί και να ρυθμίζει με σταθερό τρόπο τις συναισθηματικές του εκδηλώσεις, τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο των σχέσεων μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Οι ηθικές αρετές λειτουργούν για το καλό του φορέα τους και της κοινωνίας. Αποβλέπουν στην ευτυχία, ατομική και συλλογική. Αντίθετές τους είναι οι κακίες. Παραδείγματα ηθικών αρετών που αναφέρει ο Αριστοτέλης: ἀνδρεία, πραότης, σωφροσύνη, ἐλευθεριότης, μεγαλοψυχία κ.ά. Οι ηθικές αρετές αφορούν στo ἐπιθυμητικόν ή αλλιώς «ἄλογον πλὴν μετέχον λόγου», δηλαδή το μέρος της ψυχής που μετέχει και στο καθαρά λογικό μέρος και στο ἄλογον μέρος.

Στο πρώτο απόσπασμα ο φιλόσοφος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται. Με το συμπέρασμά του αυτό ο Αριστοτέλης απορρίπτει την πα­λιά αριστοκρατική αντίληψη ότι η αρετή είναι δώρο της φύσης, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή δε δίνεται στον άνθρωπο με τη γέννηση του - και φυσικά δίνεται μόνο στους "αρίστους" (στους αριστοκράτες) και δε δίνεται στους "πολλούς" (στο λαό). Δεν εγκρίνει, λοιπόν, ο Αριστοτέλης την παλιά αριστοκρατική άποψη, σύμφωνα με την οποία αξιόλογος είναι μόνο ο άνθρωπος που έχει φυάν, που είναι, δηλαδή, φορέας δώρου της φύσης, του θεού (ελάχιστη σημασία έχουν τελικά όσα ο ίδιος ο άνθρωπος κατα­φέρνει να μάθει μόνος του). Οι ηθικές α­ρετές, λοιπόν, δεν προέρχονται εκ φύσεως («οὔτε φύσει ἐγγίνονται αἵ ἀρεταί»), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι ηθικές αρετές και η φύση δε συναντώνται πουθενά και δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ τους («οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί»). Η τυποποιημένη δοτική φύσει δηλώνει συμφωνία ή αιτία (συνώνυμη η έκφραση κατὰ φύσιν). Σύμφωνο με τη φύση ή οφειλόμενο σε αυτήν είναι ό,τι γίνεται πάντα (ή σχεδόν πάντα) με τον ίδιο τρόπο και αφορά μια μεγάλη ομάδα ομοειδών όντων ή φαινομένων: πάντα τὰ φύσει ἢ αἰεὶ οὕτω γίγνεται ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ (Φυσικά 198b35-36). Παρὰ φύσιν είναι οποιαδήποτε διεργασία, λειτουργία ή κίνηση παραβιάζει τη φυσική νομοτέλεια (την ομοιότροπη ή σχεδόν ομοιότροπη επανάληψη λειτουργιών και φαινομένων). Γι’ αυτό και το παρὰ φύσιν προϋποθέτει συχνά τον εξαναγκασμό, τη βία ή την ανθρώπινη απόπειρα να αναιρεθεί η φυσική τάξη. Με άλλα λόγια, η ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως, αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι ολότελα αποκομμένη από αυτήν (οὔτε παρὰ φύσιν), γιατί ο άνθρωπος έχει από τη φύση ένα σχετικό με την αρε­τή στοιχείο: την προδιάθεση- την ιδιότητα, δηλαδή, να δεχτεί την η­θική αρετή, την οποία θα καλλιεργήσει με τη συνήθεια και θα ολο­κληρωθεί τελειουμένοις διὰ τοῦ ἔθους»). Δηλαδή, κατά τον φιλόσοφο, η άσκηση της αρετής είναι δυνατότητα («δυνάμει») και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το αν θα φθάσει στην αρετή βελτιώνοντας αδιάλειπτα τη συμπεριφορά του, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του, το ήθος του. Άρα, η φύση κάνει τον άνθρωπο έτοιμο και δεκτικό να προσλάβει, να αφομοιώσει, να κάνει κτήμα του τις αρετές και να καθορίσει μ' αυτές τη συμπεριφορά του και τον τρόπο ζωής του (πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς). Την ίδια θέση θα υποστηρίξει ο Σταγειρίτης και στα Πολιτικά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο δοθέν απόσπασμα «ὁ δὲ ἄνθρωπος ὅπλα ἔχων φύεται φρονήσει καὶ ἀρετῇ». Ο άν­θρωπος, δηλαδή, διαθέτει φυσικά όπλα («ὁ δὲ ἄνθρωπος ὅπλα ἔχων φύεται») που τον ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα ζώα. Τέτοια όπλα θα ήταν, λ.χ., τα φυσικά του πάθη ή ο λόγος, η γλώσσα. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος δικαιώνει την ειδοποιό διαφορά του από τα ζώα μόνο, όταν αξιοποιεί τα φυσικά όπλα που τού έχουν δοθεί για την εξυπηρέτηση τής αρετής και της φρόνησης. Η φράση φύεται ἀρετῇ δεν σημαίνει ότι η αρετή είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να την αποκτήσει, ίσως και έχει μια έμφυτη τάση προς αυτήν. Φρόνησις εδώ σημαίνει τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου στο σύνολό της. Ο όρος, δηλαδή, δεν έχει την ειδική σημασία της πρακτικής σοφίας, της ικανότητας να παίρνει ο άνθρωπος τις σωστές αποφάσεις σε καθημερινά συμβάντα της ζωής του.

Η αρετή συνιστά βασική προϋπόθεση για την τελειότητα τού ανθρώπου. Στο πρώτο απόσπασμα αναφέρεται ότι άνθρωπος με το ἔθος θα φτάσει στην ολοκλήρωση, θα γίνει τέ­λειος, καθοδηγούμε­νος από την τάση αυτοπραγμάτωσης που τον διακρίνει μέσω της απόκτησης της αρετής «ἐξ ἔθους» («τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους»). Η μετοχή «τελειουμένοις» παραπέμπει στην τελεολογική αντίληψη τού φιλοσόφου. Είναι, εξάλλου, γνωστή η άποψη του Αριστοτέλη ότι η «φύσις οὐδὲν ποιεῖ μάτην». Η φύση, λοιπόν, καθιστά τον άνθρωπο επιδεκτικό της αρετής, ώστε να φθάσει στην ολοκλήρωσή του, δηλαδή στην εὐδαιμονία. Και σε άλλο έργο του ο Αριστοτέλης λέει πως η αρετή είναι τελείωσίς τις. Θεωρεί δηλαδή ότι ο άνθρωπος ολοκληρώνεται, γίνεται τέλειος, με την απόκτηση της αρετής, εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό (τέλος) της ύπαρξης του. Παρόμοια, και στα Πολιτικά χρησιμοποιείται η μετοχή «τελεωθείς», για να δηλώσει τον άνθρωπο που φθάνει στην ολοκλήρωσή του μέσω της αρετής. Με τον όρο τέλος ο Αριστοτέλης δηλώνει τον απώτερο σκοπό, τον λόγο, μιας σειράς ενεργειών ή την ολοκληρωμένη μορφή προς την πραγμάτωση της οποίας τείνει ένα ον. Έτσι, το τέλος δεν είναι αποτελείωμα αλλά τελείωση, ολοκλήρωση. Ο άνθρωπος τελειοῦται, όταν ολοκληρώσει τη σωματική και πνευματική του ανάπτυξη και φτάσει στην πληρότητα των δυνατοτήτων του. Τότε μόνο μπορεί να πετύχει την ευτυχία. Βλ. Ἠθικὰ Μεγάλα, 1.4.5, 1185a1-4: «Αφού, πάλι, η ευτυχία είναι τέλειο αγαθό και τελικός στόχος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι και ο άνθρωπος που θα την έχει θα είναι τέλειος-ολοκληρωμένος (την ευτυχία δεν θα την έχει ένα παιδί, ούτε υπάρχει παιδί ευτυχισμένο, αλλά θα την έχει ο ενήλικος, για τον λόγο ότι αυτός είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος)» (μετάφραση Β. Μπετσάκος). Ασφαλώς και δεν αποστερεί ο Αριστοτέλης τη δυνατότητα της ευτυχίας από το παιδί· δεν λέει πως δεν υπάρχουν παιδιά ευτυχισμένα! Αυτό που ο φιλόσοφος αρνείται στην παιδική ηλικία είναι η ευτυχία στην ολοκληρωμένη της μορφή, η ευτυχία ενός ενήλικου· αυτήν και μόνο αυτήν δεν μπορούν να έχουν τα παιδιά.

 

Β2. Στο δοθέν απόσπασμα από την Αντιγόνη τού Σοφοκλή ο χορός εξαίρει τα ανθρώπινα επιτεύγματα, με αποκορύφωμα την κοινωνική οργάνωση. Παρόμοια, και ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά θεωρεί την πόλιν ως την τελειότερη μορφή κοινωνίας, που εξασφαλίζει στα μέλη της το εὖ ζῆν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα δύο κείμενα υπογραμμίζεται η τάση τού ανθρώπου για κοινωνικότητα ως αποτέλεσμα φυσικής προδιάθεσης αλλά και ανθρώπινης σύμπραξης. Όπως αναφέρεται στην Αντιγόνη «Ένας τον άλλο δίδαξε …την όρεξη να ζει σε πολιτείες·». Η «όρεξη» για κοινωνική ζωή παραπέμπει στην αντίστοιχη αντίληψη τού Αριστοτέλη, όπως εκφράζεται στο χωρίο «Φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν [: την πόλιν]·». Με άλλα λόγια, τόσο η κοινωνικότητα του ανθρώπου όσο και η σύσταση της πόλεως ανάγονται στη φύση, είναι φυσικά φαινόμενα. Το κύτταρο τής πόλεως, ο πολίτης, είναι πολιτικὸν ζῷον εκ φύσεως: ζωντανό ον που η φύση του προϋποθέτει πολυποίκιλες σχέσεις ανταλλαγών και αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών αυτής της οργανωμένης κοινωνίας.  Αυτό ακριβώς το πλέγμα σχέσεων συστήνει την πόλιν. Ο Αριστοτέλης, όμως, πιστεύει ότι η κοινωνία των ανθρώπων υφίσταται όχι μόνο λόγω της χρησιμότητάς της. Η έννοια της συμβίωσης, κατά τον Αριστοτέλη, δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο του συμφέροντος που εξυπηρετείται από τη συλλογική προσπάθεια, αλλά επεκτείνεται στο επίπεδο της έμφυτης επιθυμίας του ανθρώπου να επικοινωνήσει ως ψυχική οντότητα με τους άλλους ανθρώπους, να εκφράσει τα συναισθή­ματα του και να γίνει δέκτης των συναισθημάτων των άλλων. Δεν είναι τυχαίες οι αναφορές του για «κοινωνία φίλων» («καὶ ὡς φίλοι κοινωνοῦσιν») καθώς και ότι «και όταν ακόμη οι άνθρωποι δε χρειάζονται ο ένας τη βοήθεια του άλλου, δε λιγοστεύει με κανέναν τρόπο η επιθυμία τους να συμβιώνουν» («καὶ μηδὲν δεόμενοι τῆς παρ’ ἀλλήλων βοηθείας οὐκ ἔλαττον ὀρέγον­ται τοῦ συζῆν»). Εξάλλου, σε ένα χωρίο των Ηθικών Νικομαχείων διαβάζουμε: «Θα ήταν πολύ παράξενο να λέμε ότι είναι ευτυχισμένος ο άνθρωπος που ζει μόνος με τη μοναξιά του (μονώτης)· κανένας δεν θα ήθελε να ζει σε απόλυτη μοναξιά, ακόμη κι αν είχε όλα τα καλά του κόσμου· γιατί ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο από τη φύση να ζει σε πολιτική κοινωνία, μαζί με άλλους (συζῆν πεφυκός)». Συνολικά, στο πλαίσιο της ανώτατης μορφής κοινωνίας, της πόλεως, ο άνθρωπος πραγματώνει τη φύση του: αναπτύσσει πολύμορφες σχέσεις με τους συμπολίτες του.

Βέβαια, μεγάλη σημασία έχει και ο ανθρώπινος παράγοντας προς την εκπλήρωση αυτού τού φυσικού προορισμού. Ο χορός στην Αντιγόνη θίγει αυτό το ζήτημα με την αναφορά στη διδασκαλία, καθώς «ο ένας τον άλλο δίδαξε» αυτή την τάση για κοινωνική οργάνωση. Αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης αναφέρει «ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος». Ο Αριστοτέλης εννοεί ότι για την σύσταση της πόλης είναι απαραίτητη η σύμπραξη του ανθρώπου. Εξάλλου, οι πανάρχαιοι ιδρυτές των διαφόρων πόλεων, για τους οποίους καθεμιά είχε τις δικές της μυθολογικές παραδόσεις, λειτούργησαν ως καταλύτης της φυσικής εξέλιξης. Είναι προφανές ότι η φύση έδωσε στον άνθρωπο την τάση (φυσικά «όπλα») να συμβιώνει με άλλους ανθρώπους και να οργανώνει κοινωνίες (δυνάμει), όμως ο άνθρωπος ήταν αυτός που πρώτος έκανε πραγματικότητα αυτή την τάση (ἐνεργείᾳ). Με άλλα λόγια, η οργάνωση, η συγκρότηση της πόλης δεν έγινε αυτόματα, αλλά προαπαιτούσε την ενέργεια ανθρώπου ευεργέτου, προικισμένου με λόγο (ενδιάθετο και έναρθρο). Είναι, λοιπόν, κατανοητό ότι για την συγκρότηση της πόλης είναι απαραίτητη η συνεργασία της φύσης και της τέχνης των ανθρώπων. Συνεπώς, η πρόταση αυτή συμπληρώνει τις απόψεις του φιλοσόφου για τη φυσική προέλευση της πόλης.

Μία ακόμη αναλογία ανάμεσα στα δύο αποσπάσματα έγκειται στον τρόπο που συνδέεται η πολιτική κοινωνία με τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό στους άγραφους νόμους. Ο χορός τής Αντιγόνης επαινεί όποιον τηρεί τους κανόνες τής συλλογικής συμβίωσης και τον χαρακτηρίζει «πολίτη» («όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός, πολίτης»). Απεναντίας, επικρίνει την ηθική εκτροπή που συνοψίζεται στην αδικία  («αλήτης και φυγάς, όποιος κλωσάει τ' άδικο, μακάρι και μ' αποκοτιά, ποτέ σε τράπεζα κοινή ποτέ μου βούληση κοινή με κείνον που τέτοια τολμάει»). Όπως, λοιπόν, το χορικό διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος «μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει», έτσι και ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο θα θέσει σε εφαρμογή τα φυσικά του όπλα, μπορεί τελικά να καταστεί είτε το ανώτερο («βέλτιστον τῶν ζων») είτε το χειρότερο («χείριστον πάντων») από όλα τα όντα. Ο άνθρωπος, λοιπόν, με την αξιοποίηση των φυσικών του δυνατοτήτων δημιουργεί την πολιτική κοινωνία, η λειτουργία της οποίας στηρίζε­ται στο νόμο και τη δικαιοσύνη, και φθάνει στην ολοκλήρωση που τον κάνει να θεωρείται το ανώτερο ζώο. Με άλλα λόγια, η πολιτική οργάνωση συνεπάγεται υπέρβαση της πρωτόγονης κατάστασης. Μάλιστα, ο Πλάτωνας κάνει λόγο για πολιτικὸν καὶ ἥμερον γένος και λέει ότι η «δίκη ... ἡμέρωκεν τὰ ἀνθρώπινα» (Νόμοι). Εδώ, βέβαια, ο Αριστοτέλης εξετάζει το ενδεχόμενο να καταστεί ο άνθρωπος το χειρότερο απ’ όλα τα όντα («χείριστον πάντων»). Αν ο άνθρωπος αποκοπεί από το νόμο και τη δικαιοσύνη και γίνει οδηγός του η αδικία και η παρανομία χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων»), παύει να ισχύει η θεμελιώδης αρχή επιβίωσης της πολιτικής κοινωνίας. Γίνεται, μάλιστα, το χειρότερο απ' όλα τα ζώα, αφού, όπως γράφει και αλλού ο Αριστοτέλης, ένας κακός άνθρωπος μπορεί να κάνει απείρως περισσότερα (μυριοπλάσια) κακά από ένα θηρίο. Την ίδια θέση διατυπώνει και ο Πλάτωνας στους Νόμους του λέγοντας ότι ο άνθρωπος γίνεται το πιο άγριο από όλα τα ζώα της πλάσης, αν δεν πάρει σωστή αγωγή. Η αδι­κία που διαθέτει δύναμη και μπορεί να εξουσιάσει είναι ό,τι χειρότερο μπο­ρεί να συμβεί, αφού τίποτε δεν είναι δυνατόν να της αντισταθεί. Το χάος, οι συνεχείς και άγριες συγκρούσεις και ο ευτελισμός του ανθρώπινου είδους θα είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα Χαλεπωτάτη γὰρ ἀδικία ἔχουσα ὅπλα·»). Η ηθική εκτροπή θα έχει οδυνηρές συνέπειες, γιατί τα ό­πλα που η φύση έδωσε στον άνθρωπο, για να φτάσει στην τελείωση, θα τα χρησιμοποιή­σει τώρα «παρά φύσιν», για να υποστηρίξει αποτελεσματικά την επιλογή της αδικίας οἷς ἐπὶ τἀναντία ἔστι χρῆσθαι μάλιστα»). Ειδικότερα, με μια συσσώρευση αρνητικών προσδιορισμών, η αδικία θεωρείται «χαλεπωτάτη», ενώ ο δίχως αρετή άνθρωπος (ο άδικος) χαρακτηρίζεται ως το πιο ανόσιο ον («ἀνοσιώτατον») στις σχέσεις με το θείο. Επιπλέον, ο άνθρωπος αυτής τής ηθικής απαξίας χαρακτηρίζεται ως το πιο άγριο ον («ἀγριώτατον») στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και το χειρότερο απ΄ όλα («χείριστον») τα όντα στις πιο χαρακτηριστικές ζωώδεις απολαύσεις.

Συνολικά, και στα δύο συγκρινόμενα αποσπάσματα εξαίρεται η σημασία τής πολιτικής κοινωνίας ανάμεσα στα άλλα επιτεύγματα τού ανθρώπου. Η τάση προς  αυτή είναι μεν φυσική, αλλά προϋποθέτει και τον ανθρώπινο παράγοντα, ο οποίος με τη συνδρομή τής λογικής του οφείλει να επιλέγει την ηθική και το δίκαιο. Σε διαφορετική περίπτωση θίγεται η ίδια η επιβίωση τής ανθρώπινης κοινωνίας και γι’ αυτό κατακρίνεται όποιος με τις επιλογές του διαταράσσει την αρμονική συμβίωση.

 

Β3.

α. πύρινα

β. πυρίμαχα

γ. πυρομανία

δ. πυροσβεστικό

ε. πυροτεχνήματα

 

Β4.

α. Λάθος

β. Σωστό

γ.  Σωστό

δ. Λάθος

ε. Σωστό

 

Γ1. Κύριοι δικαστές, πρέπει να φέρετε στο νου σας και όσα έχουν συμβεί την εποχή των Τριάκοντα, για να σας κάνουν τα σφάλματα των εχθρών να κρίνετε καλύτερα για τα δικά σας. Κάθε φορά, δηλαδή, που μαθαίνατε ότι οι αυτοί που ανήκαν στο κόμμα της πόλης ήταν μονοιασμένοι, είχατε λιγοστές τις ελπίδες για την επιστροφή σας από την εξορία, επειδή νομίζατε ότι η δική μας ομόνοια ήταν το πιο μεγάλο κακό για τη δική σας εξορία· όταν όμως είχατε πληροφορίες ότι οι τρισχίλιοι φιλονικούσαν μεταξύ τους, (ότι) οι άλλοι πολίτες είχαν εξοριστεί με προκήρυξη, (ότι) οι Τριάκοντα δεν είχαν ομόνοια και ότι εκείνοι που φοβούνταν για σας ήταν περισσότεροι απ' όσους σας πολεμούσαν, τότε λοιπόν ελπίζατε ότι και από την εξορία θα επιστρέφετε και τους εχθρούς θα τιμωρήσετε.

 

Γ2. Ο ρήτορας, έχοντας παρουσιάσει όσα συνέβαιναν στην Αθήνα κατά την εποχή των Τριάκοντα διατυπώνει μια διπλή προτροπή προς τους δικαστές. Αφενός, συμβουλεύει να αξιοποιήσουν τα παραδείγματα τού παρελθόντος ως τροφή για σκέψη, καθώς μπορεί να φανούν χρήσιμα στο μέλλον («χρὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τοῖς πρότερον γεγενημένοις παραδείγμασι χρωμένους βουλεύεσθαι περὶ τῶν μελλόντων ἔσεσθαι»). Αφετέρου, υποδεικνύει ότι τα δημοκρατικά φρονήματα εκφράζονται μέσα από την επιθυμία για ομόνοια και από την τήρηση των συνθηκών ειρήνης («καὶ τούτους ἡγεῖσθαι δημοτικωτάτους, οἵτινες ὁμονοεῖν ὑμᾶς βουλόμενοι τοῖς ὅρκοις καὶ ταῖς συνθήκαις ἐμμένουσι»). Εξάλλου, αυτή είναι η πιο στέρεη προϋπόθεση για την ευημερία τής πόλης και η μεγαλύτερη τιμωρία των εχθρών («νομίζοντες καὶ τῆς πόλεως ταύτην ἱκανωτάτην εἶναι σωτηρίαν καὶ τῶν ἐχθρῶν μεγίστην τιμωρίαν»). Για να αιτιολογήσει αυτή την τελευταία άποψη (γάρ), ο ομιλητής υποστηρίζει ότι η ενεργός συμμετοχή των δημοκρατικών στις πολιτικές υποθέσεις είναι ό,τι χειρότερο για τους εχθρούς τους («οὐδὲν γὰρ ἂν εἴη αὐτοῖς χαλεπώτερον τούτων, ἢ πυνθάνεσθαι μὲν ἡμᾶς μετέχοντας τῶν πραγμάτων»). 

 

Γ3. γεγενημένων: γενοῦ

ἀκούοιτε: ἀκηκοότες εἴητε/εἶτε

ἐπυνθάνεσθε: πεύσεσθε, (πευσεῖσθε)  

ἐκκεκηρυγμένους: ἐκκεκηρύχθω

προσεδοκᾶτε: προσδοκῷτε

ἄμεινον: εὖ

ἄστει: ἄστη

μικράς: ἥττονας / ἥττους, ἐλάττονας/ἐλάττους, μικροτέρας

τὴν ἡμετέραν: τὴν ἐμήν

πλείους: πλείονα/πλείω

 

Γ4α. αὐτῶν: ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός, γενική παραθετική στο «ὑμετέρων»

ἔχειν: έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα ἀκούοιτε, ειδικό απαρέμφατο (δηλώνει αβέβαιο γεγονός ή φήμη), ετεροπροσωπία.

κακὸν: κατηγορούμενο στο υποκείμενο «ὁμόνοιαν» μέσω τού απαρεμφάτου «εἶναι»

ποιοῦντας: κατηγορηματική μετοχή, που εξαρτάται από το ρήμα αίσθησης «ἑωρᾶτε» και αναφέρεται στο αντικείμενο «ἐκείνους»∙ λειτουργεί ως ονοματικός ομοιόπτωτος κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «ἐκείνους»

ὑμῖν: αντικείμενο στη μετοχή «πολεμοῦντας»

τῶν ἐχθρῶν: ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός, γενική αντικειμενική στο «τιμωρία».

 

Γ4β. ἢ τοὺς πολεμοῦντας: β’όρος σύγκρισης που εκφέρεται με ἤ + ομοιόπτωτα με τον α’ όρο («τοὺς δεδότας»)∙ ισοδυναμεί με γενική συγκριτική: «τῶν πολεμούντων».

 

Γ4γ. «Ὅτε μὲν γὰρ ἀκούοιτε τοὺς ἐν ἄστει τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν»: δευτερεύουσα χρονικοϋποθετική πρόταση που σχηματίζει λανθάνοντα υποθετικό λόγο:

Υπόθεση: «ὅτε ἀκούοιτε» (ὅτε + ευκτική)

Απόδοση: «εἴχετε» (οριστική παρατατικού)

Δηλώνει αόριστη επανάληψη στο παρελθόν.

 

Επιμέλεια: Χαρίδημος Ξενικάκης