ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ - 4η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΦΑΚΕΛΟΥ ΥΛΙΚΟΥ: Προτεινόμενο διαγώνισμα με απαντήσεις



Διδαγμένο κείμενο

Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ' ἔλαττον τὸ δ' ἴσον, καὶ ταῦτα ἢ κατ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς... Λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ' ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν, πρὸς ἡμᾶς δὲ ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ' οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. Οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα· ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται· τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. Τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει· ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον· Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον, τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. Ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης. Οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ' αἱρεῖται, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.

Α1. Να χαρακτηρίσετε τις ακόλουθες προτάσεις γράφοντας «Σωστό» ή «Λάθος». Να τεκμηριώσετε κάθε απάντησή σας παραπέμποντας στα αντίστοιχα χωρία τού κειμένου.
1. Προκειμένου να εντοπιστεί το μέσον σε ένα πράγμα, αυτό πρέπει να είναι συνεχές και να επιδέχεται διαίρεση.
2. Ανάμεσα στο 2 και το 10 το αριθμητικό μέσο είναι το 4.(Μονάδες 4)

Α2. Με ποιο παράδειγμα στηρίζει ο Αριστοτέλης τη θέση του ότι η αρετή είναι «μεσότης πρὸς ἡμᾶς»; (Μονάδες 6)
Μονάδες 10

Β1. Ποια είναι τα κριτήρια προσδιορισμού τής μεσότητας και ποια η μεταξύ τους σχέση;
Μονάδες 10

Β2. Στο απόσπασμα δεν αναφέρεται καθόλου η αρετή, που αποτελεί κεντρικό θέμα τού Β’ Βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων. Ποια στοιχεία τού αποσπάσματος σχετίζονται με την έννοια αυτή;
Μονάδες 10

Β3. Να επιλέξετε την απάντηση που συμπληρώνει σωστά το νόημα των προτάσεων:
1. Ο Αριστοτέλης ασκούσε αλύπητη κριτική, μεταξύ άλλων
α) στον Ηρόδοτο                   
β) στον Ηρακλείδη                
γ) στον Ηράκλειτο

2. Ο Δημόκριτος συνέδεσε την έννοια τής ευδαιμονίας
α) με την ψυχή   
β) με τα πλούσια κοπάδια            
γ) με το ήθος

3. Η έννοια «ευτυχία» συγγενεύει με την έννοια
α) ευβουλία                           
β) ευδαιμονία              
γ) και τις δύο

4. Τη δεύτερη φορά που ο Αριστοτέλης έμενε στην Αθήνα
α) ίδρυσε σχολή με το όνομα «Περίπατος»            
β) ίδρυσε σχολή με το όνομα «Λύκειον» 
γ) τη διεύθυνση τής Ακαδημίας την είχε ο Ξενοκράτης

5. Κατά τη δωδεκαετή παραμονή του στην Αθήνα ο Σταγειρίτης
α) έγραψε το μεγαλύτερο μέρος των Πολιτικῶν    
β) συγκέντρωσε τις 158 Πολιτείες                   
γ) επιμελήθηκε μια νέα έκδοση των ομηρικών επών
Μονάδες 10

Β4. Να χαρακτηρίσετε την ετυμολογική προέλευση των παρακάτω συνθέτων ως σωστή ή λανθασμένη γράφοντας «Σωστό» ή «Λάθος»  και να δώσετε τη σωστή ετυμολογική προέλευση των λανθασμένων περιπτώσεων.
α) ὑπερβολή < ὑπέρ + βούλομαι
β) ἀλείπτης < ἀ (στερητ.) + λείπω
γ) ἀναλογία < ἀνά + λέγω
δ) ἐπιστήμων < ἐπί + ἵσταμαι
ε) προστάξει < πρό + στάζω
 Μονάδες 10

Β5. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Γ. ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ TOΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, Φιλοσοφικός Λόγος Γ΄ Λυκείου (απόσπασμα).

Έτσι, ο Πρωταγόρας κατέληγε σε έναν σχετικισμό: η γνώση του ανθρώπου για τα πράγματα είναι σχετική, εξαρτάται δηλαδή από τα μέσα του και τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της ζωής του. Από αυτό προκύπτει και η περίφημη πρότασή του, από το επίσης χαμένο σήμερα βιβλίο του Ἀλήθεια ἤ καταβάλλοντες λόγοι (Η Αλήθεια ή οι λόγοι που νικούν τα άλλα επιχειρήματα): «Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν.» [Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, γι' αυτά που υπάρχουν ότι υπάρχουν, και γι' αυτά που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν].
Η πρόταση αυτή δηλώνει πως καμία ουσία απόλυτη και αναλλοίωτη δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονταν φιλόσοφοι σαν τον Παρμενίδη. Και δεν ισχύει, επίσης, καμία διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις και κάποιας άλλης αλήθειας, στην οποία ο άνθρωπος έχει πρόσβαση μόνον με τον νου. Η πραγματικότητα και η αλήθεια είναι μόνο αυτές που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος. Αυτό όμως σημαίνει τελικά πως καμία αλήθεια και καμία αρχή δεν υπάρχει από μόνη της· ο άνθρωπος ορίζει το μέτρο των πραγμάτων, άρα ο άνθρωπος ορίζει την αλήθεια.

Να συγκρίνετε τις απόψεις που υποστηρίζει ο Αριστοτέλης για το προς ἡμᾶς μέσον με τις γνωσιολογικές απόψεις τού Πρωταγόρα, όπως παρουσιάζονται στο δοθέν απόσπασμα. Ποιες ομοιότητες και διαφορές εντοπίζετε;
Μονάδες 10

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ



Α1. Να χαρακτηρίσετε τις ακόλουθες προτάσεις γράφοντας «Σωστό» ή «Λάθος». Να τεκμηριώσετε κάθε απάντησή σας παραπέμποντας στα αντίστοιχα χωρία τού κειμένου.
1. Σωστό: «Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ' ἔλαττον τὸ δ' ἴσον»
2. Λάθος : «Οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα· ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται· τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν.»

Α2. Το παράδειγμα που παρατίθεται στο χωρίο «Τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον… Ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης» αντλείται από το χώρο του αθλητισμού και αναφέρεται στο «πρὸς ἡμᾶς» μέσον (υποκειμενικό). Σύμφωνα με το εν λόγω παράδειγμα, λοιπόν, εάν τροφή δέκα μνων θεωρείται πολλή και τροφή δύο μνων λίγη («εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον»), δεν είναι αναγκαίο ο προπονητής να δώσει εντο­λή σ' όλους τους αθλητές να πάρουν τροφή έξι μνων, που αποτελεί το αριθμητικό μέσον («οὐ γὰρ ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστά­ξει»). Ο προπονητής, αντίθετα, θα προτείνει διαφορετική ποσότητα τροφής σε καθέναν, αφού η σω­ματική διάπλαση, το πλήθος και το είδος των ασκήσεων ποικίλλουν και δημιουργούν διαφορετικές διατροφικές ανάγκες. Έτσι, για κάποιον τροφή έξι μνων είναι λίγη και για κάποιους πολλή («ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον»). Για παράδειγμα, για ένα σαν τον Μίλωνα θα ήταν λίγη, ενώ για κάποιον αθλητή, που αρχίζει την προπόνηση, θα ήταν πολλή («Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλί­γον, τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ»). Φυσικά, αυτό ισχύει για όλα τα αθλήματα και όλους τους αθλητές («Ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης») και δείχνει το πόσο σχετικό θεωρείται το μέσον το «προς ἡμᾶς». Με τη φράση «ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης» αναφέρονται συνεκδοχικά οι δρομείς και οι παλαιστές. Δηλαδή, ο προσδιορισμός του μέσου σχετίζεται με ποιοτικά κριτήρια και μεταβλητούς παράγοντες, όπως η σωματική διάπλαση του αθλητή, ο χρόνος εκγύμνασης και το είδος του αθλήματος.

Β1. Η έννοια του μέσου έχει κεντρική θέση στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Προϋπάρχει στον Πλάτωνα, ο οποίος κάνει λόγο για το μέτριον και τη συμμετρία με παρόμοια σημασία («ομορφιά και αρετή αναμφίβολα προκαλεί η τήρηση του μέτρου και η σωστή αναλογία», Φίληβος 64 e). Όμως συστηματική αξιοποίηση και ισχυρή θεμελίωσή της έννοιας της μεσότητας γίνεται από τον Αριστοτέλη με την αναγωγή της έννοιας της μεσότητας σε γενική ηθική αρχή.
Με το αντιθετικό δίπολο κατὰ (αὐτό) τὸ πρᾶγμα–πρὸς ἡμᾶς ο Αριστοτέλης εκφράζει τη διάκριση που κάνουμε σήμερα ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό (ακριβέστερα: ανάμεσα σε ένα δεδομένο υποχρεωτικό για όλους και την προσωπική επιλογή). Επομένως, το μέσον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μπορεί να προσδιοριστεί με βάση δύο κριτήρια: τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά. Μάλιστα, για την παρουσίαση των δύο κριτηρίων τής μεσότητας ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί πολυσύνδετα σχήματα: «ταῦτα  κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα  πρὸς ἡμᾶς», «μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» και αντιθέσεις: «Λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον …, πρὸς ἡμᾶς δὲ …», «ἕν  οὐχ ἕν», «τὸ αὐτὸ πᾶσιν  οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν» .
Αρχικά, σε σχέση με το ίδιο το πράγμα («κατ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα»), με μέτρο, δηλαδή, το ίδιο το πράγμα ανεξάρτητα από τη δική μας υποκειμενική προσέγγιση το μέσο προσεγγίζεται με αντικειμενικά κριτήρια. Θεωρείται αντικειμενικό, γιατί απορρέει από παρατηρήσεις και μετρήσεις («τοῦ μὲν πράγματος μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ' ἑκατέρου τῶν ἄκρων»), από επιστημονική δηλαδή γνώση, και γι’ αυτό είναι ένα και αποδεκτό από όλους («ὅπερ ἐστιν ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν»). Πρόκειται, άλλωστε,  για το σημείο εκείνο που ισαπέχει από καθένα από τα δύο άκρα («τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ' ἑκατέρου τῶν ἄκρων»).
Από την άλλη πλευρά, το μέσο προσεγγίζεται και σε σχέση με τον εαυτό μας («πρὸς ἡμᾶς»), με τον τρόπο που εμείς ως υποκείμενα προσεγγίζουμε την πραγματικότητα, και, άρα, τα κριτήρια στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι υ­ποκειμενικά. Είναι εκείνο το σημείο, όπου για τον καθέναν από μας δεν υπάρχει ούτε υπερβολή ούτε έλλειψη, αλλά αυτό που μάς ταιριάζει («ὃ μήτε πλεονάζει μή­τε ἐλλείπει»). Το μέσον αυτό είναι σχετικό και ο προσδιορισμός του εξαρτάται από τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος με τη χρήση της λογικής μπορεί να συνεκτιμά διάφορους αστάθμητους και μεταβλητούς παράγοντες, όπως τις ιδιαίτερες ανάγκες του, τις περιστάσεις, την εποχή, τον τόπο, τα κοινωνικά πρότυπα κτλ.  («τοῦτο δ' οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν»). Τα ρήματα «πλεονάζει» και «ἐλλείπει» δεν έχουν συγκρι­τική αλλά απόλυτη σημασία και αντιστοιχούν στην υπερβολή και στην έλλειψη, οι οποίες θα αναφερθούν στο τέλος της διδακτικής ε­νότητας. Είναι χαρακτηριστική η αντίθεση: «πλεονάζει ≠ ἐλλείπει».

Β2. Μολονότι η ηθική αρετή αποτελεί κεντρικό θέμα τού δεύτερου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων, ο φιλόσοφος δεν αναφέρεται στην έννοια αυτή στο δοθέν χωρίο. Στην παράγραφο «Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ … ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς»  ο Αριστοτέλης επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε στο τέλος της προηγούμενης ενότητας: «τίς ἐστιν ἡ φύσις τῆς ἀρετῆς;». Χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να αναφέρει τίποτε για τη σχέση της αρετής με τη μεσότητα αρχίζει τη διεξοδική και άκρως επιστημο­νική διερεύνηση της έννοιας της μεσότητας. Πιστεύει, λοιπόν, ότι η αρετή βρίσκεται στο μέσον και ταυτίζεται με την έννοια της μεσότητας. Εμβαθύνει, έτσι, στο νόημα της μεσότητας και με αναλυτικά και εύστοχα παραδείγματα προσπαθεί να την κάνει κατανοητή και πρακτικά α­ξιοποιήσιμη.
Ας θυμηθούμε καταρχάς το αρχαιοελληνικό γνωμικό: μέτρον ἄριστον. Ο Αριστοτέλης το αποδέχεται και τονίζει: Στο πεδίο των παθών και των πράξεων ο άνθρωπος κάνει επιλογές: μπορεί να ξεπεράσει το μέσον-μέτρο (ὑπερβολή) ή να υστερήσει ως προς αυτό (ἔλλειψις). Για παράδειγμα, υπερβολή, έλλειψη και εύρεση του μέτρου μπορεί να υπάρξει στη διατροφή, την άσκηση, την εκδήλωση οργής, τη δαπάνη χρημάτων κ.ά. Στόχος του ενάρετου είναι σε κάθε περίπτωση το μέτρο, η επίτευξη της μεσότητος. Από τα δύο κριτήρια προσδιορισμού τής μεσότητας, το πρὸς ἡμᾶς φαίνεται να σχετίζεται με την ηθική αρετή. Εξάλλου, στο πεδίο της ηθικής, τονίζει ο φιλόσοφος, πολύ πιο σπουδαία είναι η προσωπική επιλογή που κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική: ἐν πᾶσι δὲ τὸ μέσον τὸ πρὸς ἡμᾶς βέλτιστον· τοῦτο γάρ ἐστιν ὡς ἡ ἐπιστήμη κελεύει καὶ ὁ λόγος (Ἠθικὰ Εὐδήμια 1220b27-28).
Στο χωρίο «Οὕτω δὴ … τὸ πρὸς ἡμᾶς» ο φιλόσοφος προσθέτει νέα στοιχεία για τον ορισμό τής ηθικής αρετής. Έτσι αναφέρεται στο τι θα πρέπει να αποφεύγει και τι να επιδιώκει κάθε ἐπιστήμων. Με τον όρο ἐπιστήμων δε νοείται αυτός που ασχολείται με κάποια επιστήμη εξετάζοντας τα αντικειμενικά δεδομένα των πραγμάτων (πχ. επιστήμη των μαθηματικών), επομένως και το αντικειμενικό μέσο, αλλά αυτός ο οποίος έχοντας, βέβαια, και κάποιο λογικό κριτήριο επιδιώκει το υποκειμενικό μέσο. Κατά τον Αριστοτέλη υπάρχουν τρεις επιλογές: η έλλειψη, το μέσον και η υπερβολή, εκ των οποίων οι δύο θεωρούνται ακρότητες και, άρα, λανθασμένες επιλογές, ενώ η ορθή είναι μία και μοναδική για κάθε περίπτω­ση και αποτελεί την εκάστοτε μεσότητα. «Πᾶς ἐπιστήμων», λοιπόν αποφεύγει την υπερβο­λή και την έλλειψη («τὴν ὑπερβολὴν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει»), ενώ αναζητεί το μέσον («τὸ δὲ μέσον ζητεῖ») διευκρινίζοντας ότι δεν αναφέρεται πλέον στην «τοῦ πράγματος» μεσότητα αλλά στην «πρὸς ἡμᾶς.  Μέσα από τη χαοτι­κή αυτή ποικιλία επιλογών ο «ἐπιστήμων» πρέπει να εντοπίσει αρχικά τη μεσότητα, και να την επιλέξει εκούσια («καὶ τοῦθ' αἱρεῖται»). Ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί αντιθέσεις: «ὑπερβολὴν - ἔλλειψιν ≠ μέσον», «φεύγει ≠ ζητεῖ, αἱρεῖται». Με αυτό τον τρόπο αντιπαρατίθεται η μεσότητα με την υπερβολή και την έλλειψη, οι οποίες αποτελούν τα δύο άκρα της και πρέπει να αποφεύγονται, γιατί απομακρύνουν τον άνθρωπο από την ηθική αρετή. Αντίθετα, μόνο αν επιδιώκεται η μεσότητα, μπορεί να κατακτηθεί η αρετή.
Με το «οὕτω δὴ», λοιπόν,  ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρετή αποτελεί μεσότητα που προσδιορίζεται με υποκειμενικά κριτήρια και επιλέγεται με τη λογική, τον «ὀρθὸν λόγον». Αλλού στο ίδιο έργο διαβάζουμε: «ἡ μετὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἕξις ἀρετή ἐστιν». Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά του ορισμού της αρετής (χωρίς βέβαια να έχει διαμορφωθεί πλήρως), στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να προσδιορίσει την ποιότητα της έννοιας «ἕξις» και τη φύση της αρε­τής. Αυτή είναι το «μέσον τὸ πρὸς ἡμᾶς», η υποκειμενική μεσότητα και  η «προαίρεσις», δηλαδή η προσωπική επιλογή. Η αρετή, δηλαδή, είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου («τοῦθ’ αἱρεῖται»).  Επανειλημμένα υπογραμμίζεται από τον Αριστοτέλη η σημασία της προαιρέσεως για την ύπαρξη της αρετής. Σε ένα άλλο χωρίο του ίδιου έργου διαβάζουμε τους αναγκαίους όρους για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ενάρετη: ο άνθρωπος πρέπει να έχει α) συνείδηση της πράξης του (εἰδώς), β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και σταθερότητα στην πραγματοποίησή της (βεβαίως καὶ ἀμετακινήτως). Η προαίρεσις [: έλλογη προτίμηση] δεν δηλώνει μια άλογη και αδικαιολόγητη επιθυμία. Είναι δομικά συνδεμένη με τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου, τη σκέψη και την κρίση του. Αποτελεί επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό και επιδίωξη του ενός ή του άλλου. Στο πλαίσιο της ηθικής διδασκαλίας του Αριστοτέλη ανατίθεται καθοριστικός ρόλος στην προαίρεση. Ο λόγος είναι ότι αποτελεί ελεύθερη και συνειδητή επιλογή του ενός ή του άλλου τρόπου ζωής, επιλογή που οδηγεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις σε κάθε μία επιμέρους περίπτωση. Δίκαιος δεν είναι αυτός που τυχαίνει να κάνει κάποιες δίκαιες πράξεις, αλλά αυτός που συνειδητά επέλεξε τη δικαιοσύνη ως στάση ζωής και ακολουθεί στις επιμέρους επιλογές του την αντίστοιχη σταθερή πορεία.
Εφόσον το μέσον, που είναι αρετή, επιλέγεται αυτοβούλως από τον άνθρωπο (τοῦθ’ αἱρεῖται)  με τη συνδρομή του ορθού λόγου (ἐπιστήμων), είναι φανερό πως η ηθική αρετή δεν μπορεί να παρουσιάζεται εκ φύσεως στον άνθρωπο. Η αρετή είναι μεσότητα υποκειμενική και προσδιορίζεται από τον ίδιο τον άνθρωπο με μέτρο τον εαυτό του. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για τον προσδιορισμό αυτής της μεσότητας είναι η αυτογνωσία, το σωκρατικό δηλαδή «γνῶθι σαυτόν». Μόνο αν κάποιος γνωρίζει καλά τον εαυτό του και μπορεί να εκτιμήσει τα όριά του, τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά του, μπορεί να φτάσει στην αρετή και στον προσδιορισμό του μέσου της. Αυτή η διαδικασία, βέβαια, είναι εξαιρετικά δύσκολη και επίπονη.

Β3.
1. β) στον Ηρακλείδη
2. α) με την ψυχή
3. β) ευδαιμονία
4. γ) τη διεύθυνση τής Ακαδημίας την είχε ο Ξενοκράτης
5. α) έγραψε το μεγαλύτερο μέρος των Πολιτικῶν

Β4.
α) Λάθος: ὑπερβολή < ὑπέρ + βάλλω
β) Λάθος : ἀλείπτης < ἀλείφω < προθεματικό ἀ + λιπ-
γ) Σωστό
δ) Λάθος: ἐπιστήμων < ἐπίσταμαι
ε) Λάθος : προστάξει < πρός + τάττω

Β5. Με το αντιθετικό δίπολο κατὰ (αὐτό) τὸ πρᾶγμα–πρὸς ἡμᾶς ο Αριστοτέλης εκφράζει τη διάκριση που κάνουμε σήμερα ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό (ακριβέστερα: ανάμεσα σε ένα δεδομένο υποχρεωτικό για όλους και την προσωπική επιλογή). Το υποκειμενικό κριτήριο που εφαρμόζει ο Αριστοτέλης στο πρὸς ἡμᾶς μέσον εμφανίζει αναλογίες με τις απόψεις τού Πρωταγόρα, όπως εκτίθενται στο δοθέν παράλληλο κείμενο.
Στο ερώτημα πώς ορίζεται η μετρημένη στάση, με ποιο κριτήριο θα αποφασίσει ο άνθρωπος τα όρια του ηθικού μέτρου και του δέοντος, ο Αριστοτέλης απάντησε ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος («Τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον»). Η μεσότητα είναι προσωπική υπόθεση· άλλη είναι η μεσότητα-ανδρεία για εκείνον που εκ χαρακτήρος τείνει προς την έλλειψη- δειλία και άλλη για εκείνον που τείνει προς την υπερβολή-θράσος. Το υποκειμενικό μέσο δεν ισαπέχει από τα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, οπότε η εύρεσή του παραμένει ζητούμενο σε κάθε περίσταση («Οὐ γὰρ εἴ τω ... τῶν γυμνασίων πολύ»)· ζητούμενο που απαιτεί σταθερή προσήλωση και διανοητική εγρήγορση («Οὕτω δὴ … τὸ πρὸς ἡμᾶς»). Ο τονισμός του υποκειμενικού, του σχετικού, του μεταβλητού και του ταιριαστού στον κάθε χαρακτήρα του «πρὸς ἡμᾶς μέσου» είναι δυνατό να δημιουργήσει παρανόηση σχετικά με την ποιότητα της ηθικής αρετής, η ο­ποία είναι μεσότητα αυτής της μορφής. Μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στα ε­ρωτήματα: «μα δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια της ηθικής αρετής;» ή «η ηθική αρετή είναι αυτό που ταιριάζει στο καθένα χωρίς να λαμβάνει υπό­ψη το κοινό συμφέρον;». Εδώ, ο Αριστοτέλης φαίνεται να πλησιάζει τη σχετικιστική στάση των σοφιστών απέναντι στα πράγματα («Έτσι, ο Πρωταγόρας κατέληγε σε έναν σχετικισμό … κοινωνικές συνθήκες της ζωής του»), η οποία εκφράζεται με τη φράση του Πρωταγόρα: «Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν» (= Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος, αυτών που υπάρχουν πως υπάρχουν και αυτών που δεν υπάρχουν πως δεν υπάρχουν). Υπάρχει, δηλαδή, ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι το κάθε άτομο προσδιορίζει όπως θέλει, αυθαίρετα την αρετή.
Ωστόσο, είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, κατά τον Αριστοτέλη, ο υποκειμενικός χαρακτήρας του «πρὸς ἡμᾶς μέσου» οφείλεται στην αναγκαία δράση του υποκειμένου και ο χαρακτηρισμός του σχετικού προσδίδεται λόγω της μεταβλητότητας των εκάστοτε συνθηκών. Το υποκείμενο ό­μως και οι συνθήκες δεν μπορεί παρά να είναι αντικειμενικά στοιχεία μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Μάλιστα, υπεισέρχεται το κριτήριο του «ὀρθοῦ λόγου» («πᾶς ἐπιστήμων»), της λογικής, η οποία διασφαλίζει την αντικειμενικότητα στον προσδιορισμό του μέσου. Επομένως, η διατύπωση «πρὸς ἡμᾶς» είναι σχετική αλλά όχι σχετικιστική.  
Συνολικά, η διακειμενική επισκόπηση των δύο αποσπασμάτων αναδεικνύει τη σχέση των απόψεων που εκφράζουν οι δύο στοχαστές. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να ασπάζεται τον υποκειμενισμό τού Πρωταγόρα, αποδεχόμενος ότι η ηθική αρετή είναι μεσότητα με υποκειμενικά κριτήρια. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει αυτή την υποκειμενική επιλογή ως εντελώς αυθαίρετη, αλλά την εγγράφει στο πλαίσιο τού κοινωνικά επιβεβλημένου «δέοντος», όπως εκφράζεται με τον ορθό λόγο και τους νόμους τής κοινότητας. Αυτό είναι και το σημείο διαφοροποίησής του από τον Πρωταγόρα.

Επιμέλεια: Χαρίδημος Ξενικάκης